Εν είδει θρησκευτικής ποιητικής πραγματείας


Είναι εκπληκτική η πύκνωση της ανθρωπολογίας των προσκεκλημένων μέσα σε έναν ή δύο στίχους, που κεντράρουν στο κάδρο, όπως του πορτρετίστα το υπάρχον και το νοούμενο πρόσωπο. Ο ποιητής προσκαλεί και ταυτόχρονα χαρακτηρίζει, σαρκάζει, ειρωνεύεται, μελαγχολεί, οργίζεται, αυτοταπεινώνεται, μάχεται, προσεύχεται… Είναι αυτές οι δικές του ψυχικές και συναισθηματικές μεταπτώσεις, τα όπλα του ποιητή ως «πειθούς δημιουργού», που μ’αυτά μάχεται σε ολόκληρη τη συγκλονιστική του σύνθεση.
Εν είδει θρησκευτικής ποιητικής πραγματείας

Εν είδει θρησκευτικής ποιητικής πραγματείας
Γράφει η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού //

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, «Πράξεις των Αποστόλων», εκδ. Τόπος, Αθήνα 2022

Ένας άνθρωπος που αναπνέει μέσα από σαράντα τουλάχιστον χιλιάδες παλαιών βιβλίων και που το πνευματικό του καταφύγιο-η στέγη του- φέρει το όνομα Ίστωρ, δεν μπορεί παρά να είναι ο ίδιος ένα, κρυμμένο -στον απέραντο κόσμο, στον απέραντο χρόνο των βιβλίων-, «ποιητικό υποκείμενο». Πρόκειται για τον Ιωάννη Πανουτσόπουλο, τον δημιουργό της πρόσφατης ποιητικής σύνθεσης με τίτλο: Πράξεις των Αποστόλων (εκδ. Τόπος, Αθήνα 2022). Όπως ο ίδιος διευκρινίζει σε συνέντευξή του (στον Γιώργο Σκίντσα), το έργο αυτό αποτελεί το τελευταίο της Τριλογίας της ενανθρώπισης, με πρώτο τη συλλογή «Οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος» και δεύτερο τον «Επαγγελματικό Προσανατολισμό», «πρωτότυπη πραγματεία της καθημερινότητας», όπως παρατηρεί ο ποιητής Μανόλης Πρατικάκης (Poeticanet, 8 Σεπτεμβρίου 2020).

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής είναι δάνειο από τη χριστιανική βιβλιογραφία. Οι «Πράξεις των Αποστόλων», έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, είναι το πέμπτο κατά σειρά από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Διαρθρωμένο σε τρεις ενότητες, περιγράφει τη ζωή και τη δράση της πρώτης εκκλησίας, αμέσως μετά την Ανάσταση του Ιησού, το μεγαλείο της δράσης των Αποστόλων μέσα στην πνευματική παρακμή των Χριστιανών της εποχής.

Οι Πράξεις των Αποστόλων του Ιωάννη Πανουτσόπουλου δομούνται επίσης σε τρεις ενότητες, που φέρουν τους επιμέρους χαρακτηριστικούς τίτλους: Πράξεις των Πολιτών, Πράξεις των Προσκυνητών, Πράξεις των Ποιητών. Οι τίτλοι, στην πρώτη ανάγνωση γνωριμίας με την όλη σύνθεση, προβάλλουν ως ένα κλιμακούμενο σύνθεμα κοσμικού (πολιτικού-κοινωνικού), θρησκευτικού και ποιητικού προσανατολισμού (ποιήματα ποιητικής ), όπου στην κάθε ενότητα φαίνεται να διαφοροποιούνται τα υποκείμενα των διαδραματιζόμενων Πράξεων: οι Πολίτες, οι Προσκυνητές, οι Ποιητές.

Υπό την σκιάν της θεότητας υφαίνεται ο φθαρμένος κόσμος του Ιωάννη Πανουτσόπουλου, αλλοτριωμένος από την απληστία, την κραιπάλη, την υπερφίαλη ασημαντότητα, την κενοδοξία και την ηθική φθορά. Ο ποιητής καθόλου δεν θεολογεί, ουδόλως τύποις θρησκεύεται. Στον ποιητικό του μύθο ανασταίνεται αυτός ο σπινθήρας θειότητας που συνέχει τα πάντα στο σύμπαν του και εκρέει με τη λαϊκή ταπεινότητα βίωσης του κοσμικού δέους. Του σεβασμού απέναντι στη ζωή όπως γεννήθηκε, και όπως έπρεπε να είναι. Της μελαγχολίας και του θυμού για τον άνθρωπο που είναι όπως δεν έπρεπε να είναι.

Στις Πράξεις των Αποστόλων, ο Πανουτσόπουλος έχει μεταβεί σε εικόνιση ολοτήτων, σε τρεις διαφορετικές εικονοποιήσεις-των Πολιτών, των Προσκυνητών, των Ποιητών, ώστε να συνάξει στον ολιστικό, συγκεντρωτικό του φακό το ομαδικό πορτρέτο της κοινωνικής του παθολογίας. Στην πρώτη ενότητα: Πράξεις των Πολιτών, ο ποιητής θα συγκαλέσει Γενική Επιστράτευση (σ. 11-12). Πρόκειται για μια κοινωνική mobilization   με την εντολή του κατεπείγοντος. Στο δημόσιο προσκλητήριο δεν παρελαύνουν άτομα αλλά κατηγορίες ανθρώπων που έχουν υπονομευμένη ταυτότητα από τα φανερά ή κρυφά -κοινωνικά και ηθικά- αμαρτήματα, τα πάθη  και τις ψευδαισθήσεις τους-όλοι και όλα σπαράγματα μιας κοινωνικής κοσμογραφίας.

Είναι εκπληκτική η πύκνωση της ανθρωπολογίας των προσκεκλημένων μέσα σε έναν ή δύο στίχους, που κεντράρουν στο κάδρο, όπως του πορτρετίστα το υπάρχον και το νοούμενο πρόσωπο. Ο ποιητής προσκαλεί και ταυτόχρονα χαρακτηρίζει, σαρκάζει, ειρωνεύεται, μελαγχολεί, οργίζεται, αυτοταπεινώνεται, μάχεται, προσεύχεται… Είναι αυτές οι δικές του ψυχικές και συναισθηματικές μεταπτώσεις, τα όπλα του ποιητή ως «πειθούς δημιουργού», που μ’αυτά μάχεται σε ολόκληρη τη συγκλονιστική του σύνθεση.

Ο κόσμος συλλαμβάνεται ως δυαδική δομή αντιθέτων (πριν ακόμα από το προπατορικό αμάρτημα)-μια γενεαλογία της αντίθεσης, όπως το υποδηλώνει χαρακτηριστικά ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος. Αστοί και εργάτες, ευφυΐα και μικρόνοια, υγιής και πάσχων, εράσμιος και ανέραστος, μέρα και νύχτα, θερμότητα και παγετός, ύγρανση και ξηρότητα, αγάπη και μίσος, γονιμότητα και στειρότητα, οικονομία και σπατάλη, αρσενικό και θηλυκό… Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός, όπως Ρεάλ-Μπαρτσελόνα… πείσμα και υποχωρητικότητα, δίκαιο και άδικο, σωστό και λάθος… Μια θεμελιώδης προγεννητική σύλληψη των πραγμάτων, όπως τα αντιθετικά διώνυμα στη φαντασιακή ανακατασκευή του κόσμου από τον καλλιτέχνη και το παιδί. Εδώ  διασταυρώνεται η σκέψη του Ανρί Βαλόν με κείνη του Πάουλ Κλέε, κι αυτές με κείνη του ποιητή. Στον ποιητή όμως κερδίζει κάτι περισσότερο: την ηθική της φωνής του, που συμφιλιώνει μαγικά το κοντράστ στη γενεαλογία των αντιθέτων.

Οι βηματισμοί του ποιητή Πανουτσόπουλου συντελούνται εν ιστορία. Παρακολουθεί εξελικτικά το ανθρώπινο γένος-εκ μέρους του ομιλεί-, από τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης,  να μεταπίπτει από την εποχή της αθωότητας σε κείνη της «αμαρτίας». Και αναγιγνώσκει τα θεσμικά συστήματα στην εκπτωτική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, μέσα από τη σύγχρονη κουλτούρα της ανομίας.

Πρώτα υπήρξε η ανάγκη/Με τον καιρό γεννήθηκε η αυτάρκεια/ /Κατόπιν η απληστία/Φυσικώ τω λόγω να εκκολαφθεί η παραβατικότητα/Τέκνο της είναι το έγκλημα/Τότε ανακαλύψαμε το δίκαιο/Δικαιολογημένα διατυπώσαμε νόμους/Οι νόμοι περιφρουρούνται από νομιμόφρονες/ Ό,τι δεν περιφρουρεί η νομιμότητα το νέμεται η παρανομία (σ.15).

«Ένας ποιητής» είναι «που πλαγιάζει στο φουαγιέ της απεραντοσύνης», που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο με το σύμπαν, τους νόμους του, τους μεγάλους ερμηνευτές του, με τη φαντασίωση της χαοτικής φυσικής των απειροελάχιστων σωματιδίων, που συνδιαλέγεται με τον Αϊνστάιν, που συμφωνεί μαζί του ότι δεν υπάρχει απόλυτος χώρος και χρόνος», υπάρχει όμως «απόλυτος πόνος»… Και τότε επίκληση απευθύνει στον μεγάλο φυσικό να του γαληνέψει την ψυχή με τα συμπονετικά του γιατρικά, να πραΰνει την αγωνία του, να δώσει απαντήσεις όχι πια σαν επιστήμονας, αλλά σαν ερωτευμένος… (Κάτι άσχετο για τη θεωρία της σχετικότητας, σ. 36-39). Έτσι ο φακός στο θεατροποιημένο σκηνικό μετατοπίζεται από τον επιστήμονα στον ποιητή, από την αναλγησία της θεωρίας και το άπειρο, στο πολύ μικρό και συγκεκριμένο πλάσμα-τον ποιητή- μια προσομοίωση της κοινωνικής ταπεινότητας στο ημίφως του περιθωρίου: ένα παιδί μικρό παιδί εγκαταλειμμένο στον αφιλόξενο κόσμο/το μοναδικό αλητάκι, το μοναδικό χαμίνι. Που παρακαλεί να το πάρει από το χέρι ο «ενανθρωπισμένος» επιστήμονας και να τραβήξουν μακρινή πορεία προς το μέλλον, καθώς πίσω τους θα υψώνεται εφιαλτικά το μανιτάρι της Χιροσίμα- άσβεστη μνήμη του πόνου της ιστορίας, του πόνου των ανθρώπων. Αυτή είναι και η κατωφερής πορεία προς την ενηλικίωση, προς την κατίσχυση της αμαρτίας και του ψεύδους, προς την έκδοση της ταυτότητας του Πολίτη.

Και τότε ο ποιητής ανοίγει την είσοδο στις Πράξεις των Προσκυνητών. Το πρόσωπό του εξαϋλώνεται, περνάει την ψυχή του από το καθαρτήριο της προσευχής του εσταυρωμένου ανθρώπου, δίπλα από τον μεγάλο Αθώο. Η ατμόσφαιρα τώρα μυρίζει χαμένο παράδεισο, ακούγεται υπόκωφος ο καημός του νόστου της αθωότητας. Εικόνες παιδιών που έχουν πατέρα, που κάθονται σε λιτό τραπέζι,  που το παιχνίδι τους μοιάζει προσευχή, που δεν έχουν ενδυθεί ακόμα την «πανουργία του τραπεζίτη». Ακατανίκητος πόθος επιστροφής, η ανακάλυψη της αγάπης μέσα από την οικουμενικότητα μιας προσευχής: του ποιητή εκ μέρους του παραστρατημένου Ανθρώπου, επίκληση θεία για την απολεσθείσα πρωταρχική αθωότητα.

Την τρίτη ενότητα -Πράξεις των Ποιητών- ανοίγουν οι καταγωγικές ρίζες του ποιητή. Το εγώ του Πολίτη, του Προσκυνητή- ενδύεται τώρα το αγωνιστικό χιτώνιο του Ποιητή, που αναζητά τη συνέχεια των μεγάλων της πατρίδας του και όσων τη στήριξαν στην οδύνη της ιστορίας της. Ο Πανουτσόπουλος αλιεύει εμβληματικές μορφές της ποίησης, άτακτα μέσα στους χρόνους τους-άλλωστε η αθανασία είναι άχρονη- που τις ανασύρει με την προσωπική του ταπεινότητα και το σέβας των καημών που αυτοί  τραγούδησαν, φτωχής πατρίδας, φτωχών ανθρώπων πάθια. Αυτοταπεινώνεται ενώπιόν τους και για μια ακόμα φορά εσωτερικεύει την ομορφιά της ζωής και τη ζωγραφίζει ανεπανάληπτα με την εικόνα του δεμένου με ολόχρυση κλωστή φεγγαριού, και το προσφέρει δώρο στο φτωχό παιδί, που οι γονείς του αδυνατούν να του αγοράσουν μπαλόνι.

Είναι περιοριστικό να χαρακτηρίσουμε τις «Πράξεις των ποιητών», ως ποιήματα ποιητικής. Το μαχαίρι φτάνει πολύ βαθύτερα από την εξομολόγηση μυστικών της δημιουργίας, την αποκάλυψη των εσώτερων κεκρυμμένων του ποιητή, τις προσδοκίες και τις ανασφάλειες, τα πιστεύω και τους κώδικές του, τις σχέσεις του με τους αποδέκτες του μόχθου του. Τα δώδεκα ποιήματα της ενότητας συγκροτούν μια «φιλοσοφία ποιητικής»,  στο ευαίσθητο σημείο που ο ποιητής συναντάται με τον γερασμένο κόσμο του, που συγκρούεται με την αναίδεια και την αλαζονεία του, και που ανασκαλεύει μέσα στο έρημο ασκηταριό του τις μνήμες της αρχέτυπης αθωότητας στο πρόσωπο ενός παιδιού. Το περιβάλλον της σκέψης του είναι μια παγκόσμια κιβωτός της ιστορίας των επώνυμων ηρώων της και μια πινακοθήκη βυζαντινών «μετα-ηρώων» της εκπεσμένης αθωότητας.

Ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος με τις Πράξεις των Αποστόλων μας προσκαλεί σε μιαν ιεροπραξία μέθεξης στο προσευχητάρι του για την αναγνώριση του καταπονημένου και του καταπονούντος ανθρώπου. Σε μιαν ευαγγελική αποστολή για την ανακάλυψη της αλήθειας πέρα από τον παραδαρμό της πλάνης του αιχμάλωτου, στην ασθένεια του πνεύματος και της ψυχής του, ανθρώπου. Σκεπτόμενος βαθιά και οδυνηρά ο ποιητής οικοδομεί το ενδιαίτημα της ταπεινότητας, προβάλλοντας το εγώ ως αρχέτυπο της γνησιότητας του ανθρώπου,  φτάνοντας ως τις ρίζες της ανθρωποσύνης του, αφού θα έχει περάσει από τον ορυμαγδό της λήθης της.

Στο έργο του αυτό ο Πανουτσόπουλος-έργο ζωής μεστής από τον έσω πλούτο, κερδισμένο από την βασανιστικά στοχαστική εναιώρησή του πάνω από τις καταστάσεις και τους ανθρώπους-, πραγματώνει την εν είδει θρησκευτικής ποιητικής πραγματείας σύνθεσή του, μελαγχολικά αισιόδοξη, φιλοσοφικά καθηλωτική: καθώς ανακαλύπτει επιλογικά, κάτι σαν αιφνιδιασμό φώτισης του νου και της ψυχής, σε ένα ψυχογραφικό συναπάντημα του ποιητή-αναγνώστη με τον εαυτό του, ότι:

ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κόσμου/Μεγάλος για να τον ταπεινώσουμε και ελάχιστος /για να του υποταχτούμε/Ιδανικά όμορφος για να τον αγαπήσουμε και άξιος/Να του εμπιστευτούμε τα ωραιότερα χαρίσματα/του ανέγγιχτου είναι μας.

Ριπές αέρα από Βρεττάκο, Λειβαδίτη, Σεφέρη, από τον εγκόσμιο φόβο του φωστιερικού θανάτου, από Μαρκόπουλο, από την πολιτισμική ερημιά του Έλιοτ, ακόμα και από το δέος της ανθρωπιάς του Σβάιτσερ, στη διασταύρωση των δρόμων της αγάπης με τον Απόστολο Παύλο, είναι οι μακρινές διακειμενικές αναμνήσεις στην ανιούσα συνοδοιπορία μας με τον ποιητή. Αλλά με θαυμαστά προσωπικό τρόπο και ύφος και λέξεις και συνειρμούς και συνηχήσεις εικόνων και κόσμων, με γνωμικές πυκνώσεις εννοιών-διδαγμάτων, ο ποιητής ενορχηστρώνει τον κοσμικό του λόγο για τις ανθρώπινες κοινωνίες και τη μετάλλαξη του αποδιοπομπαίου ανθρώπου με την ευλαβή θρησκευτικότητα του ταπεινού δεομένου για τη φώτισή του προς την οδόν της σωτηρίας.

Ολοκληρώνοντας την εμβριθή ανάγνωση του σημαντικού αυτού ποιητικού έργου, είχα την αίσθηση μιας δημόσιας διακονίας,  που είχε επιτελέσει μαγικά ήρεμα ο δημιουργός του. Κάτι σαν τον ψυχικό πυρετό του John Stott, του μεγάλου Άγγλου θεολόγου και κληρικού, που σύνδεσε στον κηρυγματικό του λόγο την πίστη με την κοινωνική συμμετοχή και την κοινωνική δράση. «Έχουμε εντολή να λέμε την αλήθεια αλλά καλούμαστε να πούμε την αλήθεια με αγάπη». Είναι αυτή ακριβώς η αποστολική διακονία του Ιωάννη Πανουτσόπουλου, το ποιητικό προσκύνημα της ζωής στη γη «ανάμεσα σε δύο στιγμές γυμνότητας», η εγχάρακτη πλάκα των Δέκα εντολών του, που ανοίγει ποιητικά, για λογαριασμό όλων μας, μια αναγεννημένη αποστολική εποχή.

Ας προσφέρουμε, αντιχάρισμα ταπεινό, από την πλευρά μας την τιμή της ανάγνωσης. Δικαιούμαστε μιαν εμβάπτιση στην αλήθεια και τη γνησιότητα της φωνής, της ψυχής του ποιητή… Μπορεί και της δικής μας!